Ημέρα 3η: «Σταματήστε, θα τον σκοτώσετε»

    Σύνοψη

    Ημερομηνία:26 Νοεμβρίου 2021
    Τόπος:Β’ Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθήνας, κτίριο Πρωτοδικείου, οδός Δέγλερη 4, Αίθουσα 2
    Πρόσβαση:Η πρόσβαση στο δικαστήριο ήταν περιορισμένη λόγω των μέτρων προστασίας κατά της εξάπλωσης της COVID-19. Η είσοδος στο κοινό δεν επιτρέπεται, εκτός της οικογένειας του θύματος, έξι δημοσιογράφων, ενός εκπροσώπου της Διεθνούς Αμνηστίας, ενός εκπροσώπου της οργάνωσης Orlando LGBTQI+ και δύο παρατηρητριών. Η κάλυψη της δίκης από φωτορεπόρτερ δεν επιτρέπεται.
    Παρόντες κατηγορούμενοι:Αθανάσιος Χορταριάς, ιδιοκτήτης μεσιτικού γραφείου
    Βασίλειος Ρουσάκος, αστυνομικός, Ομάδα Ζ
    Λεωνίδας Αλεξανδρής, αστυνομικός, Ομάδα Ζ
    Δαυίδ Σεφέρης, αστυνομικός, Ομάδα ΔΙ.Α.Σ.
    Ιωάννης Τσομπάνης, αστυνομικός, Ομάδα ΔΙ.Α.Σ.
    Διαδικασία:Εξέταση μαρτύρων από τον κατάλογο του παραπεμπτικού βουλεύματος:
    Σουλτάνα Μαριανού, ιατροδικάστρια
    Σωκράτης Τσαντίρης, ιατροδικαστής, τεχνικός σύμβουλος της υποστήριξης κατηγορίας
    Λ.Δ., αυτόπτης
    Ελευθέριος Λιακόπουλος, αστυνόμος Β’
    Επόμενες δικάσιμοι:7, 14, 17 και 21 Δεκεμβρίου 2021
    Σύνθεση δικαστηρίου:Τακτικά μέλη:
    Σταυγιανουδάκη Ελεάνα (πρόεδρος)
    Ευθυμίου Μαρία
    Μωραΐτη Ελένη.
    Ένορκοι:
    Παπαθεοδωρόπουλος
    Τσιμπουράκη
    Γεωργάκη
    Φίλη
    Εισαγγελέας: Σωτήριος Μπουγιούκος

    Αναφορά

    Ημέρα 3η – 26/11/2021- Αίθουσα 2, Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών

    Παρόντες κατηγορούμενοι ήταν ο Αθανάσιος Χορταριάς, ιδιοκτήτης μεσιτικού γραφείου και οι 4 αστυνομικοί, Βασίλειος Ρουσάκος, αστυνομικός της Ομάδας Ζ, Λεωνίδας Αλεξανδρής, αστυνομικός της Ομάδα Ζ, Δαυίδ Σεφέρης, αστυνομικός της Ομάδα ΔΙ.Α.Σ. και Ιωάννης Τσομπάνης, επίσης αστυνομικός της Ομάδας ΔΙ.Α.Σ. Απών ήταν ο κατηγορούμενος Σπυρίδων Δημόπουλος, ιδιοκτήτης του κοσμηματοπωλείου ο οποίος εκπροσωπούνταν δια του συνηγόρου του.

    Οι περιορισμοί στην ελεύθερη πρόσβαση του κοινού στην αίθουσα παραμένουν, λόγω των μέτρων που είναι σε ισχύ κατά της εξάπλωσης της πανδημίας COVID-19. Η είσοδος στην αίθουσα επιτρέπεται μόνο σε συγγενείς του θύματος και των κατηγορουμένων, έξι συνολικά δημοσιογράφους από Μ.Μ.Ε., καθώς και τους παρατηρητές από τη Διεθνή Αμνηστία, την οργάνωση Orlando LGBTQI+ και το παρατηρητήριο ZackieOh Justice Watch.

    Η κατάθεση της ιατροδικάστριας Σουλτάνας Μαριανού

    Η πρώτη μάρτυρας που κατέθεσε κατά την 3η δικάσιμο ήταν η ιατροδικάστρια Σουλτάνα Μαριανού, εργαζόμενη επί 30 χρόνια στην Ιατροδικαστική Υπηρεσία Αθηνών. Η μάρτυρας, διορισμένη κατά την ανάκριση από κοινού με τον ιατροδικαστή Νικόλαο Καλόγρηα, που κατέθεσε στην προηγούμενη 2η δικάσιμο, κατέθεσε σχετικά με το ιατροδικαστικό πόρισμα που συνυπέγραψε.

    Η μάρτυρας Μαριανού επιβεβαίωσε το σύνολο της κατάθεσης του μάρτυρα Ν. Καλόγρηα. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι, αφού με τις προηγηθείσες αιματολογικές – τοξικολογικές εξετάσεις και με την έκθεση των παθολογοανατόμων αποκλείστηκε κάθε άλλη αιτία, οι δύο ιατροδικαστές διαπίστωσαν πως «αιτιωδώς υπήρχε συνάφεια μεταξύ της πρόσφατης ισχαιμίας και των τραυμάτων, κυρίως αυτών στην κεφαλή». Σε σχετική ερώτηση του εισαγγελέα της έδρας, Σωτήρη Μπουγιούκου, απάντησε ότι η προϋπάρχουσα κατάσταση του ήπατος (στεάτωση), «κοινή σε πολλούς ανθρώπους», δεν οδηγεί σε αιφνίδιο θάνατο χωρίς να προηγηθεί ένα οξύ επεισόδιο, κάτι που δεν είχε συμβεί εν προκειμένω. Σε ερώτηση μιας εκ των ενόρκων η μάρτυρας απέκλεισε ρητά το ενδεχόμενο να είχε συμβεί πνευμονικό οίδημα ανεξάρτητο από το ισχαιμικό επεισόδιο που προκλήθηκε από τα τραύματα μέσω του οργανικού στρες.

    Στις ερωτήσεις από τη συνήγορο υποστήριξης κατηγορίας, Άννυ Παπαρρούσου, η μάρτυρας Μαριανού επαναβεβαίωσε ότι «οι εξετάσεις απέδειξαν» πως ο θάνατος δεν προέκυψε από κάποιο νόσημα. «Μιλάμε βάσει ευρημάτων», είπε χαρακτηριστικά.

    Οι συνήγοροι υπεράσπισης υπέβαλαν για πολλή ώρα επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις στη μάρτυρα, κινούμενοι στο πλαίσιο των ισχυρισμών για προϋπάρχοντα νοσήματα και επιβάρυνση από την αντιρετροϊκή αγωγή, τα οποία οδήγησαν στον θάνατο που απλώς συνέπεσε χρονικά με τα χτυπήματα. Η μάρτυρας Μαριανού απέκλεισε το σύνολο αυτών των ενδεχομένων, υπερασπιζόμενη το ιατροδικαστικό πόρισμα.

    Ο συνήγορος Χαράλαμπος Αναγνωστόπουλος, για την υπεράσπιση του κατηγορούμενου Σπυρίδωνα Δημόπουλου, ιδιοκτήτη του κοσμηματοπωλείου, μεταξύ των ερωτήσεών του για τα ιατροδικαστικά δεδομένα, ρώτησε αν συνέβαλε στο ιατρικό στρες ότι «ο θανών επιχείρησε να βγει σπάζοντας τη τζαμαρία επιτιθέμενος, είχε σπάσει το κατάστημα» και ότι «περιγράφεται απο μάρτυρες ότι προσπάθησε να εισέλθει σε κατάσταση αμόκ στον Βενέτη». Η πρόεδρος του δικαστηρίου, Ελεάνα Σταυγιανουδάκη παρατήρησε σε αυτό το σημείο: «Θέλετε να απομονώσουμε αυτό από τη σωματική επέμβαση πάνω του;».

    Ο συνήγορος Ορφέας Φίλος, για την υπεράσπιση του κατηγορούμενου Αθανάσιου Χορταριά απηύθυνε εξειδικευμένες ιατρικές ερωτήσεις προς την μάρτυρα, επιχειρώντας να δείξει ότι υπήρχαν ελλείψεις στο ιατροδικαστικό πόρισμα. Η μάρτυρας υπέδειξε ότι όλα αυτά απαντώνται στην έκθεση του παθολογοανατόμου Ευτυχιάδη, ο οποίος θα καταθέσει επίσης ως μάρτυρας.

    Σε παρόμοια κατεύθυνση κινήθηκαν και οι ερωτήσεις από τον δεύτερο συνήγορο του κατηγορούμενου Χορταριά, Πατάλα:

    Πατάλας: Ένα από τα σημαντικότερα είναι η αξιολόγηση από τον ιατροδικαστή όλων των ευρημάτων. […] Εφόσον καταλήγουμε δια του αποκλεισμού, δεν βρέθηκε κανένα εύρημα.

    Πρόεδρος: Το ερώτημα ποιο είναι τώρα, όχι συμπέρασμα;

    Πατάλας: Ότι, ιστολογικώς αυτά που βρέθηκαν, αν αξιολογήθηκαν.

    Μαριανού: Απάντησα και δεν ξέρω τι άλλη απάντηση να δώσω.

    Πατάλας: Πού ακριβώς γίνεται η αξιολόγηση για τη στεάτωση;

    Μαριανού: Σας είπα ότι το αποκλείσαμε ως αιτία θανάτου.

    Η συνήγορος Εβίτα Βαρελά, για την υπεράσπιση των τεσσάρων κατηγορουμένων αστυνομικών, ρώτησε αν μπορεί το οργανικό στρες να προκληθεί από φόβο, ενώ μετέφερε στη μάρτυρα παραποιημένη την κατάθεση του μάρτυρα Καλόγρηα κατά την προηγούμενη δικάσιμο:

    Βαρελά: Ανατρέχοντας και στα πρακτικά του κ. Καλόγρηα, ανέφερε ότι [η ισχαιμία] θα μπορούσε να έχει ξεκινήσει το προηγούμενο βράδυ.

    Μαριανού: Είπε ο κ. Καλόγρηας αυτό το πράγμα;

    Πρόεδρος: Μην αναφέρεστε σε προηγούμενη δικάσιμο γιατί δεν έχουμε τα πρακτικά εδώ να δούμε.

    Σε υψηλούς τόνους έγιναν οι ερωτήσεις από τον συνήγορο Γιαννελάκη, επίσης για τους τέσσερις κατηγορούμενους αστυνομικούς, ο οποίος ανέφερε στη μάρτυρα Μαριανού για τα πλήγματα που έχουν καταγραφεί στην ιατροδικαστική: «Ούτε καν τις μετράτε αλλά τις έχετε καταγράψει ως ευρήματα και αυτά τα ευρήματα έχουν στείλει έξι ανθρώπους κατηγορούμενους. Τα ευρήματα, μη παρεξηγηθώ». Η πρόεδρος παρενέβη σε αυτό το σημείο, λέγοντας προς τη μάρτυρα «Εσείς δεν θα πτοείστε απ’ αυτά τα σχόλια. Θα απαντάτε όπως θέλετε».

    Στους σχολιασμούς της κατάθεσης, η συνήγορος υποστήριξης κατηγορίας, Ά. Παπαρρούσου υπενθύμισε το συμπέρασμα ότι όλα τα χτυπήματα μαζί, κατά τους ιατροδικαστές, προκάλεσαν τον θάνατο, ενώ η Κλ. Παπαπαντολέων παρατήρησε ότι και αυτή η κατάθεση ήταν απολύτως ευθυγραμμισμένη με εκείνη του Ν. Καλόγρηα.

    Ο συνήγορος υπεράσπισης Αναγνωστόπουλος, για τον Σπ. Δημόπουλο, είπε ότι συμπέρανε πως το ισχαιμικό είχε χρόνο έναρξης 4 ώρες πριν τον θάνατο, ο συνήγορος Φίλος, για τον Αθ. Χορταριά, σχολίασε ότι οι ιατροδικαστές «δεν γνωρίζουν τι ευρήματα είχε η ιστολογική», ενώ ο συνήγορος Ζαμάνης, για τους τέσσερις κατηγορούμενους αστυνομικούς, ανέφερε πως οι ιατροδικαστές επιβεβαίωσαν «άνευ ενδοιασμού ότι οι πράξεις που αποδίδονται στους 4 [αστυνομικούς], δεν συντέλεσαν σε καμία περίπτωση στις ισχαιμικού τύπου αλλοιώσεις και στον επελθόντα θάνατο».

    Η κατάθεση του τεχνικού συμβούλου της οικογένειας Κωστόπουλου, Σωκράτη Τσαντίρη

    Ο επόμενος μάρτυρας που κατέθεσε στο δικαστήριο ήταν ο ιατροδικαστής Σωκράτης Τσαντίρης, διορισμένος από την οικογένεια Κωστόπουλου ως τεχνικός σύμβουλος που παραστάθηκε στη νεκροψία/νεκροτομή.

    Ο μάρτυρας απάντησε, σε ερώτηση της προέδρου, ότι δεν είναι αναγκαίος ο ιατρικός φάκελος του θύματος κατά τη διενέργεια ιατροδικαστικής εξέτασης. Η μόνη διαφοροποίησή του από το ιατροδικαστικό πόρισμα είναι η αναφορά στην ύπαρξη μιας μικρής αιμορραγίας (αναφέρεται στο ιατροδικαστικό πόρισμα ως «εξαγγείωση», ενώ στην έκθεσή του ως «υπαραχνοειδής αιμορραγία») στον εγκέφαλο. Ο μάρτυρας θεωρεί πως αυτή συνδέεται με τα χτυπήματα στο κεφάλι και μπορούσε να εξελιχθεί σε εγκεφαλικό επεισόδιο αν δεν σταματούσε πρώτα η καρδιά λόγω της ισχαιμίας.

    Για το ενδεχόμενο να είχε προκληθεί το ισχαιμικό επεισόδιο από κάτι άλλο, πριν από τα χτυπήματα, απάντησε κατηγορηματικά «Η καρδιά του δεν ήταν καρδιά ενός καρδιοπαθούς, δεν είχε καμιά καρδιακή νόσο. Δεν είχε στεφανιαία, χρόνιες ισχαιμίες ή κάτι τέτοιο. Ήταν μια υγιής καρδιά. Αυτή η καρδιά δεν μπορώ να δεχτώ ότι θα μπορούσε να είχε πάθει ισχαιμία πιο πριν», ενώ διέκρινε μεταξύ λειτουργικής ισχαιμίας και οργανικής ισχαιμίας, λέγοντας ότι εν προκειμένω έχουμε την πρώτη.

    Σε ερώτηση της συνηγόρου Παπαρρούσου, σχετικά με την έκθεση του τεχνικού συμβούλου Π. Αλεξάνδρου, διορισμένου από τον κατηγορούμενο Σπ. Δημόπουλο, ο μάρτυρας Τσαντίρης απάντησε ότι η ανιχνευμένη παρουσία μακροφάγων κυττάρων σχετίζεται με άλλους παράγοντες και όχι με προϋπάρχοντα καρδιακό κίνδυνο. Σε ερώτηση της συνηγόρου Παπαπαντολέων ο μάρτυρας απάντησε ότι ο μηχανισμός του οργανικού στρες ξεκινά από τα χτυπήματα και όχι νωρίτερα, π.χ. από τον φόβο του εγκλωβισμού.

    Στη συνέχεια ο μάρτυρας απάντησε σε ερωτήσεις των συνηγόρων υπεράσπισης των κατηγορουμένων. Ο συνήγορος Αναγνωστόπουλος επέμεινε στην πιθανότητα για πρόκληση του μηχανισμού του στρες από παράγοντες εκτός των χτυπημάτων, στο οποίο ο μάρτυρας απάντησε «εγώ σας καταθέτω για οργανικό στρες που ενεργοποιείται σε συνθήκες επιβίωσης, που ένας οργανισμός προσπαθεί να προσαρμοστεί». Ο μάρτυρας Τσαντίρης εξήγησε τι σημαίνει «υπαραχνοειδής αιμορραγία» που θα μπορούσε να οδηγήσει σε σοβαρή εγκεφαλική βλάβη και ότι είναι το ίδιο με την «εξαγγείωση» που αναφέρεται στο ιατροδικαστικό πόρισμα.

    Ο συνήγορος Φίλος, αφού έλαβε απάντηση ότι δεν έχει σχέση με την υπόθεση ο ισχυρισμός του για χρονολόγηση του ισχαιμικού, σχολίασε στον ιατροδικαστή «είναι λάθος η απάντησή σας», με την πρόεδρο να παρεμβαίνει και να υπογραμμιζει «Είναι ένας επιστήμονας…».

    Η συνήγορος Βαρελά ρώτησε αν ισχύει «αυτό που λέει ο λαός ‘πέθανα από το φόβο μου’», με τον μάρτυρα να απαντά «θεωρώ ότι η αντίδραση προσαρμογής ξεκίνησε από τα χτυπήματα».

    Κατόπιν οι συνήγοροι σχολίασαν την κατάθεση του μάρτυρα Τσαντίρη. Η συνήγορος Παπαρρούσου σημείωσε την προσπάθεια ειδικά των κατηγορουμένων αστυνομικών να δείξουν ότι τα δικά τους χτυπήματα δεν σχετίζονται, ενώ και οι τρεις ιατροδικαστές ως τώρα είναι σαφείς για την πρόκληση του ισχαιμικού από όλα τα χτυπήματα που δέχτηκε το θύμα.

    Ο συνήγορος Αναγνωστόπουλος σχολίασε ότι «θα μπορούσε η ισχαιμία να είχε ξεκινήσει πολύ πριν το συμβάν», ενώ ο συνήγορος Φίλος συμπέρανε από την κατάθεση ότι ο μάρτυρας Τσαντίρης δεν μπορούσε να αμφισβητήσει μια τέτοια χρονολόγηση του ισχαιμικού επεισοδίου. Η συνήγορος Βαρελά ισχυρίστηκε ότι κανένα από τα χτυπήματα δεν συνδέεται με ενέργειες των αστυνομικών, καθώς και ότι το θύμα θα μπορούσε να είχε πάρει ένα «τεράστιο κομμάτι γυαλί» και αναρωτήθηκε «τι πόνο θα είχε προκαλέσει ο ίδιος» με αυτό.

    Η κατάθεση της αυτόπτη μάρτυρα Λ.Δ.

    Μετά το διάλειμμα, το δικαστήριο προχώρησε στην εξέταση της μάρτυρα Λ.Δ., συνταξιούχου αστυνομικού και αυτόπτη στα γεγονότα που οδήγησαν στο θάνατο τον Ζακ Κωστόπουλο. Η μάρτυρας ανέφερε την προϋπηρεσία της ως αξιωματικού υπηρεσίας σε αστυνομικά τμήματα, καθώς και υπηρεσία σε διαδηλώσεις και σε γήπεδα.

    Η μάρτυρας Λ.Δ. περιέγραψε με λεπτομέρειες και αρκετά συγκινημένη όλο τον ξυλοδαρμό, τις κλωτσιές και τα άλλα χτυπήματα που κατέφεραν στο θύμα οι κατηγορούμενοι Δημόπουλος και Χορταριάς. Συγκεκριμένα κατέθεσε πως είδε τον κατηγορούμενο Δημόπουλο να πετάει προς τη βιτρίνα κάτι που της φάνηκε σαν πέτρα, πιθανόν τασάκι. Ο,τι είδε το κοσμηματοπωλείο με ήδη θρυμματισμένη βιτρίνα, καθώς και την προσπάθεια του θύματος να απεγκλωβιστεί. Περιέγραψε ως πολύ ισχυρές τις κλωτσιές και ότι παρενέβη ένας περαστικός να τους σταματήσει. Η μάρτυρας είπε ότι φώναξε «σταματήστε, θα τον σκοτώσετε!».

    Σε ερώτηση του εισαγγελέα αν είδε να κρατάει μαχαίρι ο Ζακ, απάντησε κατηγορηματικά «όχι». Κατέθεσε επίσης ότι και άλλοι περαστικοί προσπαθούσαν λεκτικά να αποτρέψουν τους δράστες από τον ξυλοδαρμό, χωρίς ωστόσο να παρέμβουν.

    Σε ερωτήσεις των συνηγόρων υποστήριξης κατηγορίας, η μάρτυρας ανέφερε πως το θύμα ήταν ματωμένος παντού και οι παριστάμενοι φώναζαν στους Δημόπουλο και Χορταριά ότι θα τον σκοτώσουν, παρ’ όλα αυτά οι δύο κατηγορούμενοι συνέχιζαν να τον χτυπούν.

    Οι συνήγοροι υπεράσπισης Αναγνωστόπουλος και Φίλος ζήτησαν να προβληθεί το πρώτο από τα βίντεο, αυτό του ξυλοδαρμού. Σε αυτό η μάρτυρας αναγνώρισε το άτομο που παρενέβη ως «τον κύριο με την κοτσίδα» και εντόπισε τον εαυτό της. Οι συνήγοροι υπεράσπισης αμφισβήτησαν την παρουσία της μάρτυρα για το χρονικό διάστημα που εκείνη περιέγραψε, με αφορμή ότι δεν φαινόταν στο πλάνο. Επίσης, επικαλέστηκαν έκθεση της ΕΛ.ΑΣ. που αναφέρει ότι βρέθηκε μαχαίρι και ότι αυτό φαίνεται σε βιντεοληπτικό υλικό, στα οποία η μάρτυρας απάντησε ότι δεν είδε η ίδια μαχαίρι κι ότι άκουσε γι’ αυτό εκ των υστέρων. Ο συνήγορος Πατάλας είπε στη μάρτυρα ότι «υποτιμά τη νοημοσύνη του» με την κατάθεσή της.

    Οι συνήγοροι υποστήριξης κατηγορίας σχολίασαν ότι η κατάθεση της μάρτυρα Λ.Δ. θεμελιώνει το στοιχείο του δόλου, καθώς οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι «δεν ήταν σε άμυνα» και «ήθελαν να τον τιμωρήσουν» όπως είπε η συνήγορος Παπαρρούσου. Η συνήγορος Παπαπαντολέων σημείωσε ότι «η μάρτυρας καταθέτει ένα σκηνικό φονικού και παρά τις επισημάνσεις και προτροπές του πλήθους να σταματήσουν γιατί θα τον σκοτώσουν, δεν σταμάτησαν τη δράση τους και πράγματι τον σκοτώσανε».

    Οι συνήγοροι υπεράσπισης σχολίασαν ότι η μάρτυρας «διαψεύδεται από το βίντεο» (Αναγνωστόπουλος), περιγράφει πράγματα που θεωρεί ότι έχει ζήσει επειδή επηρεάζεται από το βίντεο (Φίλος), «δεν καταθέτει αυτά που είδε αλλά αυτά που είδε στην τηλεόραση» (Πατάλας).

    Η κατάθεση του μάρτυρα Ελευθερίου Λιακόπουλου, αστυνομικού

    Ο επόμενος μάρτυρας που κατέθεσε ήταν ο Ελευθέριος Λιακόπουλος, αστυνόμος Β’ που υπηρετεί στην Διεύθυνση Ασφάλειας Αττικής και, νωρίτερα, από το 2015, υπηρετούσε στις ομάδες ΔΙ.Α.Σ. όπου και ήταν αναπληρωτής τμηματάρχης όταν συνέβησαν τα γεγονότα. Ο μάρτυρας κατέθεσε ότι γνωρίζει το περιστατικό από τα βίντεο και από τις περιγραφές των συναδέλφων του κατηγορουμένων. Πρόσθεσε ότι οι ενέργειές τους «ήταν οι απολύτως απαραίτητες, προκειμένου να τον αφοπλίσουν και να τον δεσμεύσουν».

    Ακολούθησαν οι ερωτήσεις από τις συνηγόρους υποστήριξης κατηγορίας, μαζί με προβολή του σχετικού βίντεο από τη σύλληψη, κατά τις οποίες ο Λιακόπουλος εξακολούθησε να υποστηρίζει ότι ήταν ενδεδειγμένη η βία που χρησιμοποίησαν οι αστυνομικοί.

    Παπαρρούσου: Θέλετε να μας πείτε σε τι κατάσταση ήταν ο Κωστόπουλος απ’ ό,τι είδατε στο βίντεο;

    Λιακόπουλος: Η κατάστασή του, όσο μπορώ να διακρίνω, είναι ότι είναι ένα άτομο που πήρε ένα κομμάτι γυαλί.

    Παπαρρούσου: Αυτό το είδατε στο βίντεο;

    Λιακόπουλος: Αυτό μου έχει αναφερθεί, δεν μπορώ στο βίντεο να καταλάβω, εγώ ξέρω ότι οι αστυνομικοί κατά τη διάρκεια της μετάβασής τους είχαν πάρει σήμα για ληστεία και μετά λάβανε εκ νέου σήμα ότι το άτομο κρατείται και εφόσον έχει εκδηλώσει επίθεση με αντικείμενο, οι αστυνομικοί έπρεπε…

    Παπαρρούσου: Δεν σας ρωτώ αυτό, αυτά τα γνωρίζετε από τις διηγήσεις των συναδέλφων σας και δεν προκύπτουν από τα βίντεο. Θέλω να μου πειτε, όταν έγινε η επιχείρηση της σύλληψης του ληστή, όπως λέτε, σε τι θέση βρισκόταν ο Κωστόπουλος; Είχε αίματα;

    Λιακόπουλος: Ξαπλωμένος στο έδαφος, δεν θυμάμαι αν είχε αίματα.

    Ο εισαγγελέας ρώτησε επίσης τον μάρτυρα γιατί, όπως φαίνεται στα βίντεο, δεν απομακρύνθηκαν οι πολίτες όταν έφτασαν οι αστυνομικοί, για το οποίο ο μάρτυρας απάντησε ότι απ’ όσο είδε στο βίντεο, απομακρύνθηκαν.

    Η συνήγορος Παπαπαντολέων ρώτησε τον μάρτυρα αν ήξεραν οι συνάδελφοί του ότι είχε προηγηθεί ο ξυλοδαρμός του θύματος από τους δύο πρώτους κατηγορούμενους, όταν έφτασαν και τον χειροπέδησαν. Ο Λιακόπουλος ισχυρίστηκε ότι δεν ήξεραν τότε. Η συνήγορος ρώτησε και γιατί θεώρησαν αναγκαία την χειροπέδηση, από τη στιγμή που προκύπτει ότι πέθανε στα χέρια τους, πράγμα που προκάλεσε την έντονη αντίδραση της συνηγόρου Βαρελά.

    Ο συνήγορος Φίλος σημείωσε ότι ως πολίτης αυτής της χώρας, θεωρεί πως αυτά που γίνονται εντός της δικαστικής αίθουσας «προσβάλλουν τους αστυνομικούς αυτής της χώρας». Η συνήγορος Βαρελά έκανε ερωτήσεις για το κατά πόσον είναι σύμφωνες με την εκπαίδευση και τις διαδικασίες που προβλέπονται οι ενέργειες των τεσσάρων κατηγορουμένων, στις οποίες ο μάρτυρας απάντησε θετικά.

    Ένταση προκλήθηκε στην αίθουσα όταν η συνήγορος Βαρελά επέδειξε ένα κομμάτι γυαλί μήκους 30 εκατοστών, με τον ισχυρισμό ότι αυτό είναι όμοιο με ένα κομμάτι γυαλί που κρατούσε το θύμα ενώ ήταν πεσμένο στο έδαφος και ότι με αυτό ως όπλο ο Ζακ Κωστόπουλος «μπορούσε να επιτεθεί στην αστυνομία». Η οικογένεια του θύματος αποχώρησε εν μέσω έντασης από την αίθουσα, ενώ η μητέρα του, Ελένη Κωστοπούλου φώναξε «Απ’ όλα τα τζάμια αυτό κρατήσατε; Τα ματωμένα δεν τα κρατήσατε;». Η συνήγορος συνέχισε τις ερωτήσεις της σε αυτό το πλαίσιο προς τον Λιακόπουλο.Σε περαιτέρω ερωτήσεις της ίδιας συνηγόρου, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι το θύμα έπρεπε να χειροπεδηθεί γιατί δεν συνεργαζόταν. Η συνήγορος Βαρελά ρώτησε αν ευθυγράμμιζε το πόδι του, προκαλώντας την αντίδραση της συνηγόρου Παπαπαντολέων «πεθαίνει, μπαίνει στο ασθενοφόρο και είναι νεκρός, κι εσείς ρωτάτε αν ευθυγραμμίζει το πόδι;»

    Ο συνήγορος Γιαννελάκης ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι αστυνομικοί είδαν να «εκτυλίσσεται μπροστά τους διπλή απόπειρα ανθρωποκτονίας» από τον Ζακ Κωστόπουλο και ρώτησε τον μάρτυρα Λιακόπουλο αν έπρεπε να ενεργήσουν, για να πάρει καταφατική απάντηση.

    Στον σχολιασμό της κατάθεσης, η συνήγορος Παπαρρούσου σημείωσε ότι έχουμε «αντιστροφή πραγματικότητας» και ότι οι αστυνομικοί είχαν όλες τις ενδείξεις για να καταλάβουν ότι είχαν μπροστά τους ένα ετοιμοθάνατο άτομο. Ανέγνωσε απόσπασμα από τον «Κώδικα Δεοντολογίας του Αστυνομικού», (Π.Δ. 254/2004, ΦΕΚ Α 238 3/12/2004), όπου αναφέρεται η υποχρέωση χρήσης των ηπιότερων μέσων και σχολίασε ότι οι αστυνομικοί έχουν κρίση και όφειλαν να κρίνουν με βάση την κατάσταση του ατόμου που είχαν μπροστά τους.

    Ο συνήγορος Φίλος συμπεριέλαβε και αυτός στον σχολιασμό του τη φράση του συνηγόρου Γιαννελάκη περί «διπλής απόπειρας ανθρωποκτονίας» από το θύμα, αναφέροντας ότι «έχασε τη ζωή του, είναι ένα λυπηρό γεγονός αλλά αν ζούσε θα ήταν εδώ σήμερα και θα καθόταν αυτός στο εδώλιο για πολύ πιο βαριά αδικήματα». Η συνήγορος Βαρελά σχολίασε ότι οι αστυνομικοί ενήργησαν με βάση την νομοθεσία για την άμυνα υπέρ τρίτου, καθώς προσβάλλονταν έννομα αγαθά πολιτών. Ο συνήγορος Γιαννελάκης επανέλαβε στον σχολιασμό του τον αρχικό ισχυρισμό περί ληστείας, καθώς και τον ισχυρισμό ότι ο Ζακ Κωστόπουλος διέπραττε «απόπειρα διπλής ανθρωποκτονίας» πριν τον ακινητοποιήσουν οι αστυνομικοί.

    Στο σημείο αυτό το δικαστήριο διέκοψε για την Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2021, στην ίδια αίθουσα.


    Διαβάστε ολόκληρη την καταγραφή των παρατηρητριών μας από τη διαδικασία:

    12,234ΥποστηρικτέςΚάντε Like
    1,367ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
    5,560ΑκόλουθοιΑκολουθήστε